Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Ο θάνατος υπό το πρίσμα των φιλοσοφικών σχολών – Μέρος 3ο


Ο Θάνατος για τους Επικούρειους

Ο θάνατος για τον Επίκουρο είναι «ΟΥΔΕΝ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ»
Σε ελεύθερη απόδοση θα μπορούσαμε να το μεταφέρουμε σαν «δεν είναι τίποτα για μας».
Ο Επίκουρος και η θεωρία του, ο στόχος του, ήταν η αναζήτηση των αιτιών της ανθρώπινης δυστυχίας και των εσφαλμένων δοξασιών που την προκαλούν, (όπως π.χ. η δεισιδαιμονία,) ώστε να υπάρξει η αντιπρόταση για την προοπτική μιας ευχάριστης ζωής (ΖΗΝ ΗΔΕΩΣ), που για την επίτευξή της ο Επίκουρος προσέφερε ξεκάθαρες φιλοσοφικές συμβουλές.
Το ζην ηδέως επιτυγχάνεται με την απουσία του πόνου και κυρίως του φόβου και με τη βίωση μιας ζωής αυτάρκους περιβαλλόμενης από φίλους. Ο Επίκουρος δίδαξε
ότι η ηδονή ή ευχαρίστηση όπως θα λέγαμε σήμερα και ο πόνος είναι το μέτρο για το τι πρέπει να προτιμούμε και τι να αποφεύγουμε.
Υπέρτατο αγαθό κατά τον Επίκουρο είναι η ευχαρίστηση στη ζωή, για την απόλαυση της οποίας πρέπει να επιστρατεύονται όλες οι προσπάθειες του ανθρώπου. Η επικούρεια ευχαρίστηση (ηδονή) αφορούσε όλες τις ψυχικές απολαύσεις, την καλλιέργεια του πνεύματος και την άσκηση της αρετής, χωρίς έπαρση και αυτοπροβολή. Σε επιστολή του προς τον Μενοικέα ο Επίκουρος γράφει:

«Όταν λέμε ότι σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές του ασώτου και αυτές που βρίσκονται μέσα στις απολαύσεις, όπως νομίζουν μερικοί που το αγνοούν
και δεν το παραδέχονται ή είναι κακώς πληροφορημένοι. Αλλά εννοούμε να μην πονάει το σώμα και να μην ταράσσεται η ψυχή.»

Οι ιδανικές καταστάσεις για τον άνθρωπο είναι, αρνητικά μεν η αταραξία, η αφοβία και η απονία και θετικά, η ευθυμία, η χαρά, η ευφροσύνη και η απαλλαγή από το φόβο του θανάτου.

Αυτή η «απαλλαγή από το φόβο του θανάτου» μας δίνεται στην γνωστή τετραφάρμακο, δηλαδή στις τέσσερις "αρχές" που πρόβαλλε ο Φιλόδημος στο έργο Προς Σοφιστάς

Άφοβον ο θεός,
ανύποπτον ο θάνατος
και ταγαθόν μεν εύκτητον,
το δε δεινόν ευκαρτέρητον." 

και σε νεοελληνική απόδoση:

Ο θεός δεν είναι για φόβο (διότι η θεϊκή δύναμη δεν απειλεί εκ φύσεως),
ο θάνατος δεν προκαλεί ανησυχία (διότι δεν υπάρχει μετά θάνατο ζωή)
και το καλό εύκολα αποκτιέται (ό,τι πραγματικά χρειαζόμαστε),
το δε κακό αντέχεται (ό,τι μας κάνει να υποφέρουμε, εύκολα μπορούμε να το υπομείνουμε).

Βασικές αρχές της διδασκαλίας του Επίκουρου είναι ότι :
- οι θεοί δεν επιβραβεύουν η τιμωρούν τους ανθρώπους
- με τον θάνατο έρχεται το τέλος όχι μόνο του σώματος αλλά και της ψυχής

γράφει ο Επίκουρος στην Επιστολή προς Μενοικέα

ΤΟ ΦΡΙΚΩΔΕΣΤΑΤΟΝ ΟΥΝ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ,
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
ΟΥΘΕΝ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ
ΕΠΕΙΔΗΠΕΡ ΟΤΑΝ ΜΕΝ ΗΜΕΙΣ ΩΜΕΝ
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΟΥ ΠΑΡΕΣΤΙΝ
ΟΤΑΝ ΔΕ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΡΗΙ
ΤΟΘ ΗΜΕΙΣ ΟΥΚ ΕΣΜΕΝ

, που πάει να πει:

Το πιο φρικτό από τα κακά,
Ο θάνατος,
Δεν είναι τίποτα για εμάς,
Επειδή όταν υπάρχουμε εμείς,
Ο θάνατος δεν υπάρχει
Κι όταν επέλθει ο θάνατος
Τότε δεν υπάρχουμε εμείς

Μ’ αυτό τον απλούστατο συλλογισμό, ο Επίκουρος γκρέμισε όχι μονάχα το φόβο του θανάτου, αλλά και όσους εκμεταλλεύονται αυτό τον φόβο προκειμένου να εξουσιάσουν και να εκμεταλλευτούν τους συνανθρώπους τους.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΟΥΔΕΝ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ, ΤΟ ΓΑΡ ΔΙΑΛΥΘΕΝ ΑΝΑΙΣΘΗΤΕΙ, ΤΟ Δ’ ΑΝΑΙΣΘΗΤΟΥΝ ΟΥΔΕΝ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ
Ο θάνατος δεν είναι τίποτε για εμάς, διότι αυτό που έχει αποσυντεθεί δεν αισθάνεται και αυτό που δεν αισθάνεται δεν είναι τίποτε για εμάς.

Για το δίλημμα πεπερασμένη – αιώνια ζωή που εισάγουν τεχνητά οι «ανατολήτικες» θρησκείες ώστε να προσφέρουν υπηρεσίες με διάφορες αυθαίρετες κατασκευές περί αιωνιότητας της ζωής, έγραφε:
«Η σωστή γνώση πως ο θάνατος δεν είναι τίποτα για μας, κάνει απολαυστική τη θνητότητα της ζωής, όχι επειδή της προσθέτει άπειρο χρόνο, αλλά επειδή την απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας.»

Ο Διογένης ο Οινοανδέας έστησε μια τεράστια επιγραφή στην πατρίδα του, τα Οινόανδα της Λυκίας, με όλες τις αρχές της επικούρειας φιλοσοφίας,
ΗΔΥ ΓΕΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΖΗΝ
ΟΤΑΝ ΑΠΗΙ ΘΑΝΑΤΟΥ ΦΟΒΟΣ
Που πάει να πει:
Γλυκειά γίνεται η ζωή
Όταν απουσιάζει ο φόβος του θανάτου.

Ο Διογένης Λαέρτιος μας μεταφέρει
«Συνέθιζε δὲ ἐν τῶ νομίζειν μηδὲν πρὸς ἡμᾶς εἶναι τὸν θάνατον ἐπεὶ πᾶν ἀγαθὸν καὶ
 κακὸν ἐν αἰσθήσει καὶ στέρησις δέ ἐστιν αἰσθήσεως ο θάνατος. Ὃθεν γνῶσις ὀρθὴ τοῦ μηδὲν εἶναι, πρὸς ἡμᾶς τὸν θάνατον ἀπολαυστὸν ποιεῖ τὸ τῆς ζωῆς θνητόν …».
(Nα συνηθίσεις τον εαυτό σου να πιστεύει ότι ο θάνατος δεν μας αφορά, γιατί το καλό και το κακό βρίσκεται στις αντιλήψεις των αισθήσεων. Και φυσικά ο θάνατος σημαίνει το τέλος των αισθήσεων…)

Το βασικό επιχείρημα του Επίκουρου είναι οντολογικό: Αφού μετά το θάνατο παύει ο άνθρωπος να υπάρχει, δεν είναι αναγκαίο ο θάνατος να τον απασχολεί.
Ο θάνατος είναι η απώλεια κάθε αίσθησης, η αμετάκλητη παύση της πορείας της ζωής και η διάλυση του σώματος και της ψυχής στα άτομα της ύλης που τα συνθέτουν. Kι αυτό, διότι η πρώτη αρχή της θεωρίας του Επίκουρου για την ψυχή είναι ότι έχει υλική υπόσταση. Για τους Επικούρειους όλος ο κόσμος αποτελείται από άτομα, κενό και τις συνθέσεις των ατόμων. Η ψυχή είναι ταυτόχρονα η κυριότερη αιτία της ευαισθησίας και το προϊόν των «αισθήσεων».
Παράλληλα, είναι κάτι το πολύ λεπτό υλικό, αποτελείται από άτομα και Αποδομείται με το θάνατο.
Μετά το θάνατο, όμως, τα άτομα από τα οποία συνίσταται η ψυχή επιβιώνουν, και αυτό είναι λογικό, εφόσον τα άτομα είναι μη φθαρτά.

Ο Επίκουρος θεωρούσε την ψυχή μία δομή ατόμων που καταλαμβάνει όλο το σώμα, συνυφασμένη κατ’ αυτό τον τρόπο, ώστε το σώμα και η ψυχή να μην μπορούν να επιβιώσουν το ένα χωρίς το άλλο. Γι’ αυτό χρησιμοποιεί τη λέξη σάρκα, όταν αναφέρεται στο λοιπό μέρος του σώματος εκτός από την ψυχή.
Ο ίδιος γράφει ότι η ψυχή είναι σώμα: «H ψυχή είναι μία πολύ λεπτή σωματική ουσία κατεσπαρμένη στο σύνολο των μερών του σώματος. Μοιάζει πολύ με αέρα ανάμικτο με θερμότητα, και πότε θυμίζει το ένα στοιχείο πότε το άλλο. Όμως υπάρχει ένα μέρος της ψυχής που, ως προς τη λεπτότητα της σύστασής του, ακόμα και αυτά τα στοιχεία τα ξεπερνά κατά πολύ. Και μέσω αυτού κυρίως είναι σφιχτοδεμένη με το υπόλοιπο σώμα».

Συναφώς, για τον επικούρειο σοφό δεν υφίσταται ο φόβος του θανάτου, ούτε η προσδοκία της ατομικής αθανασίας. Δεν αποδέχεται την αθανασία της ψυχής, ούτε τυχόν άλλη άϋλη υπόστασή της. Γι’ αυτό η ψυχή, εφ’ όσον είναι υλική, αποτελείται από περιδινίσεις οιονεί άφθαρτων ατόμων, τα οποία ενώνονται και διασκορπίζονται αενάως, σημειώνοντας με τον τρόπο αυτό την αρχή και το τέλος κάθε ύπαρξης.

Η ελπίδα για αθανασία είναι για τον Επίκουρο κενή και μάταιη. Από μία ανύπαρκτη κατάσταση ουδείς αναμένει κάτι. Η ζωή, ευάρεστη ή δυσάρεστη, είναι το μόνο που υπάρχει. Τίποτε δεν ακολουθεί το εἶναι, παρά μόνο το μη εἶναι.

Ο σοφός που αναζητεί την ευδαιμονία του στο παρόν, επικεντρώνεται στο έργο της ζωής, αψηφώντας κάθε παράλογη ελπίδα και φόβο για μετά θάνατον ανταμοιβή ή τιμωρία. Συνεπώς, η ίδια η θνητότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται με φιλοσοφική διαύγεια, ώστε να καθίσταται πηγή δύναμης και απελευθέρωσης από το φόβο του θανάτου.

Ο επικούρειος σοφός γνωρίζει ότι επιβάλλεται να απελευθερωθεί από τον απατηλό φόβο, την προσδοκία μίας μετά θάνατον ζωής και να στραφεί στην αντιμετώπιση των πραγματικών δυσχερειών της ζωής. Δεν αναβάλλει τη ζωή του από φόβο ή προσμονή για κάποιο πράγμα, το οποίο, κι αν υπήρχε, δεν είναι παρόν στη ζωή του.
Διακρίνεται μία μακάρια αίσθηση του επείγοντος, διότι ο γνήσιος επικούρειος καταφάσκει στη ζωή. Και το πράττει αυτό, χωρίς να παραβλέπει τις μελλοντικές συνέπειες των πράξεων του παρόντος, αποδεχόμενος, παράλληλα, ότι η ζωή ευρίσκεται στον αισθητό κόσμο και όχι στο επέκεινα.
Ο ίδιος ο Eπίκουρος γράφει:
ΓΕΓΟΝΑΜΕΝ ΑΠΑΞ, ΔΙΣ ΔΕ ΟΥΚ ΕΣΤΙ ΓΕΝΕΣΘΑΙ. ΔΕΙ ΔΕ ΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΜΗΚΕΤΙ ΕΙΝΑΙ. ΣΥ ΔΕ ΟΥΚ ΩΝ ΤΗΣ ΑΥΡΙΟΝ ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΑΒΑΛΛΗ ΤΟ ΧΑΙΡΟΝ. Ο ΔΕ ΒΙΟΣ ΜΕΛΛΗΣΜΩ ΠΑΡΑΠΟΛΛΥΤΑΙ ΚΑΙ ΕΙΣ ΕΚΑΣΤΟΣ ΗΜΩΝ ΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΣ ΑΠΟΘΝΗΣΚΕΙ.
Γεννιόμαστε μια φορά, δεύτερη δεν είναι δυνατόν να γεννηθούμε και ούτε πρόκειται αυτό να συμβεί στον αιώνα των αιώνων. Εσύ δε δίχως να είσαι κύριος της αυριανής ημέρας, αναβάλεις το να χαίρεσαι. Ο δε βίος περνάει και ο καθένας μας χάνεται απασχολούμενος
Εφόσον ο πόθος αθανασίας δεν υφίσταται, ο επικούρειος σοφός μπορεί με το έργο της ζωής του να κατακτήσει την ευδαιμονία, η οποία δεν μειώνει, αντιθέτως ενδυναμώνει την πορεία προς το μακαρίως ζῆν.

Ο σοφός σέβεται και διαφυλάσσει τη ζωή του, έχοντας συγχρόνως πλήρη επίγνωση της προοπτικής και των περιορισμών που του θέτει η ίδια η φύση του κόσμου εντός του οποίου ζει και δρα. Συνεπώς, ο επικούρειος προπαρασκευάζεται να αποθάνει με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο έχει ζήσει.
Ο ίδιος ο Eπίκουρος γράφει: «Τὴν αὐτὴν εἶναι μελέτην τοῦ καλῶς ζῆν καὶ τοῦ καλῶς ἀποθνῄσκειν».

Ο θάνατος υπό το πρίσμα των φιλοσοφικών σχολών – Μέρος 2ο


Ο Θάνατος για τους Στωικούς

Του ανθρώπινου βίου η διάρκεια είναι στιγµή, η ύλη ρευστή, η αίσθηση αµυδρή, όλου του σώµατος η σύσταση φτιαγµένη για να σαπίσει· η ψυχή είναι σβούρα· η τύχη δεν προβλέπεται και η φήµη δεν κρίνεται. Με λίγα λόγια του σώµατος όλα ποταµός και της ψυχής όνειρο και φαντασία· ο βίος πόλεµος κι επιδροµή από ξένους· και η φήµη µετά θάνατο λήθη.

Χαρακτηριστικό το παραπάνω παράδειγμα της αντίληψης των Στωικών φιλοσόφων για τον θάνατο, έτσι όπως μας το προσφέρει ο Μάρκος Αυρήλιος στο έργο «Τα εις εαυτόν»
Και συνεχίζει

Τι λοιπόν µπορεί να µας οδηγήσει; Ένα και µόνο, η φιλοσοφία. Και τούτο όσο κρατούµε το εσωτερικό µας δαίμονα µακριά από ατιµία και βλάβη, δυνατότερο από ηδονές και πόνους· να µην κάνει τίποτα όπως τύχει, ούτε µε ψευτιές και µε υποκρισία, και να µη χρειάζεται άλλοι να κάνουν ή να µην κάνουν κάτι. Επίσης τα συµβάντα και τα µοιραία να τα παραδέχεται, γιατί έρχονται απ. εκεί απ. όπου κι αυτός ήλθε· και πάνω απ. όλα τον θάνατο µε ήρεµη γνώµη να τον περιµένει, όχι ως άλλο τι παρά ως διάλυση των στοιχείων, από τα οποία κάθε ζώο συνίσταται. Αν λοιπόν για τα στοιχεία χωριστά δεν είναι τίποτα το φοβερό, ακατάπαυστα να µεταβάλονται σε κάτι άλλο, γιατί να φοβάται κανείς τη µεταβολή και τη διάλυση του συνόλου; Είναι πράγµα φυσικό και κακό δεν έρχεται από τη φύση.

Ο θάνατος για τους Στωικούς είναι άμεσα συνδεδεμένος με την κύρια στωική αντίληψη για την τύχη της αθάνατης κατά τους Στωικούς ψυχής, που είναι ότι μετά τον διαχωρισμό απο το σώμα, ενώνεται με την ψυχή του Παντός, της οποίας ποτέ δεν έπαυσε να αποτελεί τμήμα, όπως και το φυσικό, απτό σώμα δεν έπαυσε ποτέ να αποτελεί τμήμα του φυσικού απτού σώματος του Κόσμου. 
Οι στωικοί δεν δέχονται «κρίσεις» ή «τιμωρίες» της ψυχής μετά θάνατον του φυσικού σώματος, πεποίθηση τους είναι ότι η διαχωρισθήσα ψυχή ενώνεται με το Θεό από όπου προέρχεται. Ο θάνατος είνα φυσικός και η φύση είναι Αγαθή, συνεπώς δεν υπάρχει τίποτε στον θάνατο που μπορεί να δικαιολογήσει τον φόβο των ασόφων και απαίδευτων ανθρώπων γι΄αυτόν,

Η στάση των στωικών απέναντι στο θάνατο σε σύγκριση με τους έλληνες κλασικούς, διαφέρει. Η Στοά φθάνει να υποδείχνει την αυτοκτονία, την εύλογο αναχώρηση όπως την ονομάζει, στις περιπτώσεις που η ψυχρή λογική δίνει το πράσινο φως για μια τέτοια έξοδο ανάγκης. Πολλοί δάσκαλοι και μαθητές επήραν αυτοθέλητα τη ζωή τους.
Για τον Ζήνωνα μάλιστα τον ιδρυτή της στοάς η ιστορία των βιογράφων λέει . Γέροντας ο Ζήνων περπατούσε στο δρόμο, πρόσκρουσε στην πέτρα, και τσάκισε το δάχτυλο του ποδιού. Χτύπησε τότε με το χέρι του τη γης και τη μάλωσε:
- Έρχομαι τι με φωνάζεις;
και πέθανε σε λίγες μέρες, αυτοκτονώντας κατά στο Λαέρτιο, από πείνα κατά το Λουκιανό.
Για να κατανοήσουμε αυτή την θέση απέναντι στον θάνατο, χρειάζεται να κατανοήσουμε τα χαρακτηριστικά της  φιλοσοφίας  που οδήγησαν τους Στωικούς να βασίσουν την Ηθική τους στο ιδεώδες του σοφού, του ανθρώπου δηλαδή που είναι ενάρετος, ώστε να μπορεί να γίνει ευτυχισμένος. Ο απώτερος λοιπόν σκοπός τους είναι η ευτυχία και η αντιμετώπιση των ευτυχισμένων και άσχημων στιγμών της ζωής με μέτρο και ηρεμία.

Το Θείον είναι για τους Στωικούς το «Πυρ», ο λόγος των όσων υπάρχουν, αυτό που δίνει νόημα σε όσα υπάρχουν και συμβαίνουν, τα οποία έχουν μια Αναγκαιότητα και μια αναπόφευκτη Σκοπιμότητα. Αυτές οι αρχές, που από άλλους ονομάζονται Πρόνοια και Μοίρα, αποτελούν βασικούς νόμους του σύμπαντος. Τα πάντα συνδέονται έτσι, ώστε το καθένα να είναι το αποτέλεσμα μιας αιτίας .
Έτσι ο όρος «πρόωρος θάνατος», τον οποίο χρησιμοποιούν πολλοί άσοφοι άνθρωποι, αποτελεί παραλογισμό, καθώς ο θανατος είναι φυσικός, δίκαιος και στον πρέποντα χρόνο, οποτεδήποτε και αν αυτός επέλθει και, κυρίως, δεν αποτελεί κακό αλλά, απλώς «αποπροηγμένον(μη επιθυμητόν) αδιάφορον».

Ο θάνατος είναι αρκετές φορές καλύτερος από μία άσχημη, ανελεύθερη και αναξιοπρεπή ζωή και αρκετές φορές ο «Σοφός» δικαιούται να τον προκαλέσει ο ίδιος στον εαυτό του ως έξοδο στην ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Είναι η λεγόμενη «ΕΥΛΟΓΟΣ ΑΝΑΧΩΡΙΣΙΣ» των στωικών, πρόταση η οποία τους κάνει εξαιρετικώς αντιπαθείς, στις μετέπιπτα επιβαλλόμενες θρησκείες.

Ο στωικός, κατέχοντας την γνώση, διαλέγει ελεύθερα τον θάνατο,ως λογική πράξη, άφοβα, όταν οι άλλοι σύρονται τρομακρατημένοι προς αυτόν, παρά την θέληση τους.

Για τους στωικούς, όπως μας μεταφέρει  ο Επίκτητος, ο θάνατος δεν είναι παρά απλώς η κατακλείδα μιας δραματικής παραστάσεως, το περιεχόμενο και η επιτυχία της οποίας εξαρτώνται κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους από την στάση του θνητού κατά την διάρκεια της ζωής του.

Ο θάνατος υπό το πρίσμα των φιλοσοφικών σχολών


`Οστις δε θνητών θάνατον ορρωδεί λίαν,
μωρός πέφυκε• τη τύχη μέλει τάδε•
όταν δ' ο καιρός του θανείν ελθών τύχη,
ουδ' αν προς αυλάς Ζηνός εκφύγει μολών.

Οποιος απ' τους ανθρώπους φοβάται πολύ το θάνατο,
γεννήθηκε μωρός, γιατι ο θάνατος ανήκει στη Μοίρα.
`Οταν έλθει ο καιρός,
ακόμα και στ' ανάκτορα του Δία αν καταφύγεις,
είναι αδύνατο να τον αποφύγεις.

Σοφοκλής

Κατά την Ελληνική κοσμοθέαση οι άνθρωποι μετά τον θάνατον μεταβαίνουν «εις τόν οικον 'Αδου» όπου υπάρχουν ως σκιές, είδωλα, άβουλα και αδύναμα.

Κατά την Οδύσσεια ο κάτω κόσμος βρίσκεται στην άκρη της γης, ενώ στην Iλιάδα ακριβώς κάτω από τη γη. Οι δύο αυτές αντιλήψεις συγκεράστηκαν εντέλει σε μία, με την παραδοχή ότι ο Kάτω Kόσμος έχει δύο κύριες εισόδους στα δυτικά της γης, την Στύγα και τον Aχέροντα.

H Στυξ ποτάμι της Αρκαδίας και ο Aχέρων που βρίσκεται στην Ήπειρο.

Aπό τον Aχέροντα και την Aχερουσία λίμνη ο Xάρων μεταφέρει με τη βάρκα του τους νεκρούς στον Kάτω Kόσμο.
Tην πύλη του υποχθόνιου βασιλείου φυλάει ο Kέρβερος, ο σκύλος με τα τρία κεφάλια και την ουρά από φίδια, που δεν αφήνει όποιον διάβαινε το κατώφλι να ξαναβγεί.

Τρεις μεγάλοι ήρωες κατέβηκαν ζωντανοί στον Άδη κι επέστρεψαν στη Γη.
Ο Θησεύς κατέβηκε με τον φίλο του Πειρίθου (ή Περίθοος) για να αρπάξουν την Περσεφόνη ,ο Ηρακλής που έφερε στον Eυρυσθέα τον Kέρβερο, σώζοντας ταυτόχρονα τον Θησέα και ο Οδυσσεύς που κατέβηκε με τη συνοδεία του Ερμή και της Αθηνάς για να συμβουλευτεί τον μάντη Τειρεσία,

Λέγετε μάλιστα ότι προτού κατέβει ο Hρακλής μυήθηκε στα Eλευσίνια Mυστήρια.

Άρχων των νεκρών είναι ο Άδης, που έλαβε με κλήρο το βασίλειο των πεθαμένων.
Ο Άδης ευφημιστικά αποκαλείται και Πλούτων, γιατί οι πλουτοπαραγωγικές πηγές βρίσκονταν κάτω από τη γη, στην επικράτειά του.

H λατρεία του Πλούτωνα ήταν περιορισμένη, απέφευγαν να τον απεικονίζουν στην τέχνη, του θυσίαζαν μόνο μαύρα πρόβατα πριν ανατείλει ο ήλιος κι όταν τον επικαλούνταν, χτυπούσαν τη γη με τα χέρια τους.
Σύμβολά του, μεταξύ των άλλων, είναι ο νάρκισσος και το κυπαρίσσι και σύντροφός του η Περσεφόνη, κόρη της Δήμητρα, που την είχε απαγάγει και κατάφερε να παραμένει το εν τρίτον του χρόνου μαζί του, αφού της έδωσε να φάει ένα σπυρί ρόδι.

Στο βασίλειο του Άδου, μένουν επίσης ο Θάνατος και ο δίδυμος αδελφός του ο Ύπνος καθώς κι οι Eρινύες. Παράλληλα, συναντούμε τον Mίνω και τον Pαδάμανθυ, γιους του Δία με την Eυρώπη, να κρίνουν μαζί με τον Aιακό, τους νεκρούς.

Όλοι οι θνητοί εν τέλει, καταλήγουν ως σκιές χωρίς δύναμη και συνείδηση στον Άδη.
Εξαίρεση οι μεγάλοι ήρωες, που κατέληγαν μετά την επίγεια ζωή τους στα Hλύσια πεδία. Εξαίρεση και όσοι έχουν διαπράξει ύψιστη ύβρη ενώπιον των θεών, όπως ο Σίσυφος και ο Tάνταλος, που πάνε στον Tάρταρο, όπου βασανίζονταν αιώνια.


Η παραπάνω αναφορά, παρότι φαίνεται ότι δεν συνδέεται άμεσα με το θέμα που είναι «Ο θάνατος υπό το πρίσμα των φιλοσοφικών σχολών» είναι απαραίτητη μια και η θρησκεία των Ελλήνων αποτέλεσε την κοινή βάση για την ανάπτυξη όλων των φιλοσοφικών σχολών.

Οι βάσεις της Φιλοσοφίας, των φυσικών επιστημών και της κατά φύση φιλοσοφικής προσέγγισης του κόσμου, της Ελληνικής προσέγγισης του κόσμου, τέθηκαν τον 6 αιώνα στη Σχολή της Μιλήτου.
Ο Αναξίμανδρος έγραφε στην πραγματεία περί Φύσεως, (από την οποία διασώθηκαν φράσεις μνημονευόμενες από τον Αριστοτέλη και τον Ιππόλυτο και οι παρακάτω χαρακτηριστικοί στίχοι, που βρίσκονται στα σχόλια έργων του Αριστοτέλη του Σιμπλίκιου): «Αναξίμανδρος αρχήν είρηκε των όντων το άπειρον... εξ ων δε η γένεσίς εστι τοις ούσι, και την φθοράν εις ταύτα γίγνεσθαι κατά το χρεών• διδόναι γαρ αυτά δίκην και τίσιν αλλήλοις της αδικίας κατά την του χρόνου τάξιν.»

Δηλαδή: «Ο Αναξίμανδρος πρεσβεύει ότι αρχή και στοιχείον των όντων είναι το άπειρον... και ότι εξ εκείνου, από το οποίον γίνονται τα όντα, εις αυτό καταλήγουν φθειρόμενα κατά το πρέπον• διότι αυτά ούτω πως δίδουν δίκην και αποζημίωσιν προς άλληλα δια την αδικίαν (δηλ. τη διατάραξη της ισορροπίας) κατά το πλήρωμα του χρόνου.»

Στην πραγματεία του Πλούταρχου «Περί των αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις» βρίσκουμε :
«Ο Αναξίμανδρος δε ο Μιλήσιος λέγει, ότι αρχική ουσία των όντων είναι το άπειρον• διότι από αυτό γίνονται όλα τα πράγματα και εις αυτό καταλήγουν φθειρόμενα. Δι’ αυτό γίγνονται πολλοί κόσμοι και πάλιν φθείρονται εις εκείνο, από το οποίον έγιναν.»

Χαρακτηριστικό είναι ένα απόφθεγμα του Θαλή, με το οποίο δεν διακρίνει διαφορά μεταξύ θανάτου και ζωής: «Ουδέν έφη τον θάνατον διαφέρει του ζην• «συ ουν», έφη τις, «διατί ουκ αποθνήσκεις;» «ότι», έφη, «ουδέν διαφέρει».
Δηλαδή: «Έλεγεν, ότι ο θάνατος δεν διαφέρει της ζωής. Τότε, εσύ, γιατί δεν πεθαίνεις; του είπε κάποιος. Διότι, είπε, δεν διαφέρει ο θάνατος της ζωής».

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

ROMANES EUNT DOMUS

Πολύ γέλιο....

Μonty Pythons

Διακοπές τέλος. Βεράντα , δροσούλα και για βραδινή διασκέδαση, μια από τις καλύτερες κωμωδίες.
Αξεπέραστη μετά από τόσα χρόνια

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

ΠΛΕΙΣΤΟΣ

Λέγεται πώς όταν ο Πανόπτης θέλησε να βρει το κέντρο της Γής, έστειλε δύο αετούς , έναν από ανατολή και έναν από δύση που συναντήθηκαν εντέλει πάνω από την κοιλάδα του Πλειστού.

Ο Πλείστος , που έδωσε το όνομά του στο ποτάμι, ήταν ο πατέρας των Παρνασσίδων Νυμφών.

Σήμερα , καθόλου παράξενο, οι νεοέλληνες τον μετονόμασαν στο καθ’ όλα εύηχο Ξεροπόταμο. Δεν πρέπει να έχει όμως παράπονο. Ακριβώς από πάνω του και δίπλα στον Ελικώνα στέκει η Κίρφις, μετονομασμένη και αυτή σε Ξεροβούνι παρότι είναι κατάφυτη από Έλατα.
«ἡ Κίρφις ἐκ τοῦ νοτίου μέρους, ὄρος ἀπότομον, νάπην ἀπολιπὸν μεταξύ, δι´ ἧς Πλεῖστος διαρρεῖ ποταμός. ὑποπέπτωκε δὲ τῇ ὁ Κίρφει πόλις ἀρχαία Κίρρα» μας μεταφέρει ο Στράβωνας στα Γεωγραφικά του.

Σε τούτο το μέρος ήταν που η Μητέρα Γη και ο Θεός Ποσειδών χρησμοδοτούσαν.

Σύμφωνα με τον Παυσανία - υπάρχει ένας βράχος που εξέχει από το έδαφος και οι Δελφοί λένε ότι πάνω σ' αυτό το βράχο στεκόταν κι έλεγε τους χρησμούς μια γυναίκα, που το όνομά της ήταν Ηροφίλη και την αποκαλούσαν Σίβυλλα.
«Πέτρα δε εστιν ανίσχουσα υπέρ της γης επί ταύτη Δελφοί στάσαν φασιν άσαι τους χρησμούς όνομα Ηροφίλην, Σίβυλλαν δε επίκλησιν»

Για το πώς εντέλει ο Απόλλων ίδρυσε το δικό του μαντείο σε αυτό τον ιερό για τους Έλληνες τόπο, υπάρχουν αρκετές εκδοχές.

Εμένα (λόγω καταγωγής) μου αρέσει περισσότερο αυτή που ο Απόλλων μεταμορφώθηκε σε δελφίνι και οδήγησε ένα Κρητικό πλοίο στο μέρος αυτό, καθοδηγώντας τους ναυτικούς να χτίσουν εκεί το ιερό του.



Πέρα από τις διαφορετικές εκδοχές, η επιλογή της θέσης δεν ήταν καθόλου τυχαία μια και η Κοιλάδα του Πλειστού είναι ένα φυσικό σταυροδρόμι.

Είναι καταρχήν το πέρασμα που ενώνει την δυτική με την ανατολική Ελλάδα αλλά και ο δρόμος που ενώνει την Λοκρίδα με την Θάλασσα.

Ο δρόμος που ξεκινούσε από την Κίρρα, το λιμάνι της κοιλάδας του Πλειστού, ανέβαινε από τα Μυκηναϊκά κιόλας χρόνια, πάνω από την σημερινή Γραβιά και την Οίτη ενώνοντας τον Κρισαίο με τον Μαλιακό κόλπο. Αρχαιολογικές έρευνες στην παράλια περιοχή της πεδιάδας, κοντά στην Κίρρα, έφεραν στο φώς προϊστορικό οικισμό με αδιάκοπτη συνέχεια ζωής από το 2.100 πχ μέχρι το 1100 πχ.

Όπως και να έχει και για να γυρίσουμε στον Πλείστο, όταν ο Απόλλων σκότωσε τον Πύθωνα, κατέβηκαν οι Παρνασσίδες κουβαλώντας φρούτα που του τα πρόσφεραν γιά να τον ευχαριστήσουν που τις γλύτωσε από τον Πύθωνα.

Λέγεται μάλιστα ότι άρχισαν να χορεύουν και να τραγουδάνε «ιή παί, ιή παιήον» και από τότε οι θριαμβευτικοί ύμνοι ονομάστηκαν Παιάνες και ο Απόλλων πήρε το επίθετο Παιήων.

Έτσι , φίλε συν-Έλληνα, αν ανέβεις πάνω από τον μεγάλο ελαιώνα, και σου συστήσει κανένας νέο-Έλληνας το ιερό ποτάμι ως Ξεροπόταμο, διόρθωσέ τον.
Πλείστος , ο πατέρας των Παρνασσίδων Νυμφών, των άλλως «Θριών» . Εξ’ ου μας προέκυψε και το Θριάσιο Πεδίο , αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

Δελφοί

Για τον Sol Invictus που ανέβηκε για πρώτη φορά πάνω από τον μεγάλο ελαιώνα.




Ελθέ μάκαρ Παιάν Τιτυοκτόνε Φοίβε Λυκορεύ
Μεμφίτ' αγλαότιμε ιήιε ολβιοδώτα
χρυσολύρη σπερμείε αρότριε Πύθιε Τιτάν
Γρύνειε Σμινθεύ Πυθοκτόνε Δελφικέ μάντι
άγριε φωσφόρε δαίμον εράσμιε κύδιμε κούρε
μουσαγέτα χοροποιέ εκηβόλε τοξοβέλεμνε
....

O Ορφικός Ύμνος σε μελοποίηση Γιάννη Μαρκόπουλου.