`Οστις δε θνητών θάνατον ορρωδεί λίαν,
μωρός πέφυκε• τη τύχη μέλει τάδε•
όταν δ' ο καιρός του θανείν ελθών τύχη,
ουδ' αν προς αυλάς Ζηνός εκφύγει μολών.
Οποιος απ' τους ανθρώπους φοβάται πολύ το θάνατο,
γεννήθηκε μωρός, γιατι ο θάνατος ανήκει στη Μοίρα.
`Οταν έλθει ο καιρός,
ακόμα και στ' ανάκτορα του Δία αν καταφύγεις,
είναι αδύνατο να τον αποφύγεις.
Σοφοκλής
Κατά την Ελληνική κοσμοθέαση οι άνθρωποι μετά τον θάνατον μεταβαίνουν «εις τόν οικον 'Αδου» όπου υπάρχουν ως σκιές, είδωλα, άβουλα και αδύναμα.
Κατά την Οδύσσεια ο κάτω κόσμος βρίσκεται στην άκρη της γης, ενώ στην Iλιάδα ακριβώς κάτω από τη γη. Οι δύο αυτές αντιλήψεις συγκεράστηκαν εντέλει σε μία, με την παραδοχή ότι ο Kάτω Kόσμος έχει δύο κύριες εισόδους στα δυτικά της γης, την Στύγα και τον Aχέροντα.
H Στυξ ποτάμι της Αρκαδίας και ο Aχέρων που βρίσκεται στην Ήπειρο.
Aπό τον Aχέροντα και την Aχερουσία λίμνη ο Xάρων μεταφέρει με τη βάρκα του τους νεκρούς στον Kάτω Kόσμο.
Tην πύλη του υποχθόνιου βασιλείου φυλάει ο Kέρβερος, ο σκύλος με τα τρία κεφάλια και την ουρά από φίδια, που δεν αφήνει όποιον διάβαινε το κατώφλι να ξαναβγεί.
Τρεις μεγάλοι ήρωες κατέβηκαν ζωντανοί στον Άδη κι επέστρεψαν στη Γη.
Ο Θησεύς κατέβηκε με τον φίλο του Πειρίθου (ή Περίθοος) για να αρπάξουν την Περσεφόνη ,ο Ηρακλής που έφερε στον Eυρυσθέα τον Kέρβερο, σώζοντας ταυτόχρονα τον Θησέα και ο Οδυσσεύς που κατέβηκε με τη συνοδεία του Ερμή και της Αθηνάς για να συμβουλευτεί τον μάντη Τειρεσία,
Λέγετε μάλιστα ότι προτού κατέβει ο Hρακλής μυήθηκε στα Eλευσίνια Mυστήρια.
Άρχων των νεκρών είναι ο Άδης, που έλαβε με κλήρο το βασίλειο των πεθαμένων.
Ο Άδης ευφημιστικά αποκαλείται και Πλούτων, γιατί οι πλουτοπαραγωγικές πηγές βρίσκονταν κάτω από τη γη, στην επικράτειά του.
H λατρεία του Πλούτωνα ήταν περιορισμένη, απέφευγαν να τον απεικονίζουν στην τέχνη, του θυσίαζαν μόνο μαύρα πρόβατα πριν ανατείλει ο ήλιος κι όταν τον επικαλούνταν, χτυπούσαν τη γη με τα χέρια τους.
Σύμβολά του, μεταξύ των άλλων, είναι ο νάρκισσος και το κυπαρίσσι και σύντροφός του η Περσεφόνη, κόρη της Δήμητρα, που την είχε απαγάγει και κατάφερε να παραμένει το εν τρίτον του χρόνου μαζί του, αφού της έδωσε να φάει ένα σπυρί ρόδι.
Στο βασίλειο του Άδου, μένουν επίσης ο Θάνατος και ο δίδυμος αδελφός του ο Ύπνος καθώς κι οι Eρινύες. Παράλληλα, συναντούμε τον Mίνω και τον Pαδάμανθυ, γιους του Δία με την Eυρώπη, να κρίνουν μαζί με τον Aιακό, τους νεκρούς.
Όλοι οι θνητοί εν τέλει, καταλήγουν ως σκιές χωρίς δύναμη και συνείδηση στον Άδη.
Εξαίρεση οι μεγάλοι ήρωες, που κατέληγαν μετά την επίγεια ζωή τους στα Hλύσια πεδία. Εξαίρεση και όσοι έχουν διαπράξει ύψιστη ύβρη ενώπιον των θεών, όπως ο Σίσυφος και ο Tάνταλος, που πάνε στον Tάρταρο, όπου βασανίζονταν αιώνια.
Η παραπάνω αναφορά, παρότι φαίνεται ότι δεν συνδέεται άμεσα με το θέμα που είναι «Ο θάνατος υπό το πρίσμα των φιλοσοφικών σχολών» είναι απαραίτητη μια και η θρησκεία των Ελλήνων αποτέλεσε την κοινή βάση για την ανάπτυξη όλων των φιλοσοφικών σχολών.
Οι βάσεις της Φιλοσοφίας, των φυσικών επιστημών και της κατά φύση φιλοσοφικής προσέγγισης του κόσμου, της Ελληνικής προσέγγισης του κόσμου, τέθηκαν τον 6 αιώνα στη Σχολή της Μιλήτου.
Ο Αναξίμανδρος έγραφε στην πραγματεία περί Φύσεως, (από την οποία διασώθηκαν φράσεις μνημονευόμενες από τον Αριστοτέλη και τον Ιππόλυτο και οι παρακάτω χαρακτηριστικοί στίχοι, που βρίσκονται στα σχόλια έργων του Αριστοτέλη του Σιμπλίκιου): «Αναξίμανδρος αρχήν είρηκε των όντων το άπειρον... εξ ων δε η γένεσίς εστι τοις ούσι, και την φθοράν εις ταύτα γίγνεσθαι κατά το χρεών• διδόναι γαρ αυτά δίκην και τίσιν αλλήλοις της αδικίας κατά την του χρόνου τάξιν.»
Δηλαδή: «Ο Αναξίμανδρος πρεσβεύει ότι αρχή και στοιχείον των όντων είναι το άπειρον... και ότι εξ εκείνου, από το οποίον γίνονται τα όντα, εις αυτό καταλήγουν φθειρόμενα κατά το πρέπον• διότι αυτά ούτω πως δίδουν δίκην και αποζημίωσιν προς άλληλα δια την αδικίαν (δηλ. τη διατάραξη της ισορροπίας) κατά το πλήρωμα του χρόνου.»
Στην πραγματεία του Πλούταρχου «Περί των αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις» βρίσκουμε :
«Ο Αναξίμανδρος δε ο Μιλήσιος λέγει, ότι αρχική ουσία των όντων είναι το άπειρον• διότι από αυτό γίνονται όλα τα πράγματα και εις αυτό καταλήγουν φθειρόμενα. Δι’ αυτό γίγνονται πολλοί κόσμοι και πάλιν φθείρονται εις εκείνο, από το οποίον έγιναν.»
Χαρακτηριστικό είναι ένα απόφθεγμα του Θαλή, με το οποίο δεν διακρίνει διαφορά μεταξύ θανάτου και ζωής: «Ουδέν έφη τον θάνατον διαφέρει του ζην• «συ ουν», έφη τις, «διατί ουκ αποθνήσκεις;» «ότι», έφη, «ουδέν διαφέρει».
Δηλαδή: «Έλεγεν, ότι ο θάνατος δεν διαφέρει της ζωής. Τότε, εσύ, γιατί δεν πεθαίνεις; του είπε κάποιος. Διότι, είπε, δεν διαφέρει ο θάνατος της ζωής».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου